Αν κρίνει κανείς από το είδος και την ποσότητα του κόσμου που ενδιαφέρθηκε να παρακολουθήσει την εκδήλωση Το Εμπόλεμο Κράτος τότε το πράγμα πήγε καλά. Αλλά αυτό το κριτήριο δεν είναι το πιο σημαντικό. Γιατί οι κατευθύνσεις της συζήτησης και τα συμπεράσματα που τη συνόδευσαν ήταν απείρως πιο ενθαρρυντικά.
Ας πούμε: το περιβάλλον της συζήτησης ήταν τέτοιο που ευνοούσε την εξέταση της τελευταίας δεκαπενταετίας πεπραγμένων του ελληνικού κράτους, όχι ως μια διαδοχή «κρίσεων», αλλά ως μια αλυσίδα προετοιμασίας για πόλεμο. Πράγματι, οι συντελεστές της εκδήλωσης και οι παριστάμενοι επιχειρηματολογούσαν γύρω από την ιδέα ότι η λέξη κρίση και το νόημά της έχει συσκοτιστική σημασία για την κατανόηση της φύσης του κράτους· ότι αυτό που έχουμε μάθει να ονομάζουμε «κρίση» («κρίση χρέους», «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης», «υγειονομική κρίση») λανθασμένα εννοείται ως οι τελευταίοι σπασμοί του κράτους· κι ότι αντιθέτως αυτή η δεκαπενταετία της «κρίσης», από τη σκοπιά του κράτους, υπήρξε εξαιρετικά ζωογόνος – μεταμόρφωσε το κράτος μας σ’ έναν εμπόλεμο μηχανισμό, που απαλλαγμένος από τα φτιασίδια του παρελθόντος, ξερνάει βία, απαγορεύσεις και απειλές μέσα κι έξω από τα σύνορά του.
Απ’ όσο μπορέσαμε μάλιστα να καταλάβουμε, όσοι κι όσες συμμετείχαν στην εκδήλωση έδειχναν να αποδέχονται με φυσικό τρόπο την ιδέα ότι ο «ψηφιακός μετασχηματισμός», ο πληθωρισμός, η διετία του κορωνοϊού, τα σχέδια ποινικοποίησης της ανήλικης εργατικής τάξης και της αστυνομικής διαχείρισης της τάξης γενικότερα υπήρξαν στιγμές της πολεμικής προετοιμασίας του ελληνικού κράτος, ένδειξη κι αυτή ότι το μονοπώλιο των κρατικών αφηγήσεων έχει κάμποσους αντιπάλους.
Κι αφού το θέμα μας περιστρεφόταν γύρω από το δίπολο εμπόλεμα κράτη κι εμπόλεμες κοινωνίες μπήκαμε στον κόπο και ψάξαμε πώς τα περνάει το ουκρανικό και το ρωσικό κράτος αυτή την τελευταία τετραετία της ρωσοουκρανικής σφαγής. Στο κέντρο της οπτικής μας δε βρισκόταν το χαράκωμα, αλλά η καθημερινή ζωή. Κι έτσι η συζήτηση εξέταζε τον ρωσοουκρανικό πόλεμο ως στρατιωτικοποίηση του ταξικού πολέμου στο εσωτερικό, γεγονός αρκετά διδακτικό μιας και αποκάλυπτε ότι οι κρατικές πολιτικές που ξεδιπλώνει ένα εμπόλεμο κράτος (π.χ. το ουκρανικό) μοιάζουν ως προς τη φύση και τη λειτουργία τους με τις πολιτικές που ξεδιπλώνει ένα «μη εμπόλεμο κράτος» (π.χ. το ελληνικό). Και καθώς ετούτη η ασυνήθιστη ιδέα έβρισκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί, τα παραδείγματα έπεφταν βροχή: το ρωσικό και το ουκρανικό κράτος οργανώνουν και επιτηρούν την επιστράτευση «μέσω πλατφόρμας» (πατάσσοντας έτσι τη γραφειοκρατία…)· αντιμετωπίζουν «φρικτό πρόβλημα» με την εγκληματικότητα των ανηλίκων· έχουν συνδέσει το ποινικό σύστημα με τον πόλεμο· κρατούν δεμένους τους μετανάστες στον πάτο της ταξικής πυραμίδας· έχουν μετατρέψει τις δουλειές σε μια κόλαση δίχως κανόνες· έχουν μονιμοποιήσει την έκτακτη νομοθεσία των χρόνων της καραντίνας και την έχουν μετατρέψει σε κανονική λειτουργία των εκεί κοινωνιών· και τέλος βρίσκονται αντιμέτωπα με τη μαζική καχυποψία και άρνηση των πολιτών τους να γίνουν κρέας για τα κανόνια. Αυτή η άρνηση περιγράφτηκε, εξηγήθηκε και συζητήθηκε με πολλούς τρόπους και αφορμές, γεγονός που μας φάνηκε αρκετά λογικό, άσε που έδινε την ιδανική πάσα για να συζητήσουμε τη δική μας κατάσταση.
Εδώ το πράγμα έκαιγε: δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες στην εκδήλωση καταλαβαίναμε τους εαυτούς μας ως ένα ζωντανό πρωταγωνιστή της άρνησης στράτευσης, έτσι όπως αυτή εκδηλώνεται στην κοινωνική πρακτική του Ι-5, είχαμε την πολυτέλεια να στοχαστούμε στα πρόχειρα για το περίφημο «τι να κάνουμε» στο σήμερα. Οι σχετικές ιδέες εμφορούνταν από μαχητικό ρεαλισμό. Δηλαδή, από τη μια κυριαρχούσε καθολική εναντίωση απέναντι στις πολεμικές ιδεολογίες και πρακτικές που εφαρμόζει το ελληνικό κράτος κι από την άλλη υπήρχε ομοθυμία γύρω από το ζήτημα πως ετούτη η εναντίωση χρειάζεται συντονισμό με τις ειδικές συνθήκες της εποχής. Τα παραδείγματα της Ρωσίας και της Ουκρανίας, αλλά και η μετατροπή του ελληνικού σε εμπόλεμο κράτος παρέχουν μια πρώτη γεύση για το πόσο δύσκολες μπορούν να γίνουν οι πρακτικές που ακολουθούσαμε και πόσο χάρτινα τα λόγια που λέγαμε ενάντια στο στρατό και τον πόλεμο τα τελευταία χρόνια. Κι είναι μέσα σε τέτοιες συνθήκες που η μαζική, καθημερινή, χαμηλόφωνη άρνηση της εργατικής τάξης να συναινέσει στα σχέδια του κράτους μπορεί να δείξει την αξία της.
Μας φάνηκε μάλιστα ότι το σύνθημα που παίζουμε τώρα τελευταία («είμαστε χιλιάδες περήφανοι γιωτάδες») είναι κάπως ενδεικτικό. Δε λέει τι να μην κάνουμε, λέει τι να κάνουμε. Ακόμη καλύτερα: λέει τί έχουν κάνει τα τελευταία τριάντα χρόνια δεκάδες χιλιάδες από μας. Κι ακόμη παραπέρα: αυτό το σύνθημα εγκαλεί ένα είδος άρρητης αντίστασης, ένα είδος αντίστασης που δε λέγεται φωναχτά, αλλά που συμβαίνει μαζικά. Εδώ που τα λέμε δηλαδή, δίχως να το έχουμε σχεδιάσει επί τούτου, πολλές από τις γνώμες και τις πρακτικές μας μοιάζουν με κείνο που ο Σέρτζιο Μπολόνια ονόμαζε παθητική αντίσταση στα χρόνια του ναζισμού. Μια μορφή υπόκωφης εργατικής άρνησης σε καιρούς ασφυξίας. Κι όπως διαπίστωσε σχετικά ένας σύντροφος: «αυτό είναι πιο εύκολο να το κάνεις στην πράξη, παρά να το εξηγήσεις με λόγια».
Περίπου αυτά συζητήθηκαν στην εκδήλωση Το Εμπόλεμο Κράτος.

