Site icon Autonome Antifa

No 26. Το Πείραμα: μια ιστορία ιών και εμπορικού πολέμου από το 2016 μέχρι σήμερα. S. 1, Ep. 5: Πειθαρχία και ιατρική στην Κίνα

Κλείσαμε το προηγούμενο κεφάλαιο με τη φράση «το κινεζικό κράτος είναι ο παράδεισος των ειδικών της πειθαρχίας». Και την υπόσχεση ότι θα δούμε «τι σημαίνει αυτό». Οπότε ξεκινάμε δίχως πολλά πολλά:

1. Πειθαρχία και πρωταρχική συσσώρευση στην Κίνα

Συνήθως μαθαίνουμε ότι το κινεζικό κράτος δεν είναι ακριβώς παράδεισος της ελευθερίας και της  αυτοδιάθεσης, όταν «η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα» χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο εμπορικού πολέμου από κράτη με τη δική τους μακρόχρονη ιστορία πειθάρχησης, όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία. Τότε οι πειθαρχικές μέθοδοι του κινεζικού κράτους έρχονται στην επιφάνεια ως «μαζικές θανατικές ποινές», ως «κινεζικές φυλακές», ως «ελεγχόμενο διαδίκτυο» και ως «συστηματική καταπίεση των μουσουλμάνων Ουιγούρων».

Όπως έδειξαν οι τελευταίες εξελίξεις, οι κινεζικές μέθοδοι πειθάρχησης πληθυσμού υποτιμούνταν όταν παρουσιάζονταν τόσο χοντροκομμένες. Όντως, οι εκατοντάδες θανατικές ποινές και τα εκατομμύρια εγκλείστων στις κινεζικές φυλακές, δεν είναι παρά τα τελικά στάδια μιας διαδικασίας που αφορά εκατομμύρια, για την ακρίβεια οκτακόσια εκατομμύρια προλετάριους και δυνητικούς προλετάριους. Μάλιστα, αυτή η διαδικασία εσωτερικής μετανάστευσης και προλεταριοποίησης στην Κίνα είναι διαρκής και εξελίσσεται εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που ειδικεύεται και επανειδικεύεται στη βιοπολιτική με όλους τους τρόπους του κόσμου.

Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να ασχοληθεί κανείς ιδιαίτερα με τη σχετική βιβλιογραφία για να καταλάβει ότι  η περίφημη «πολιτική του ενός παιδιού», σύμφωνα με την οποία το κινεζικό κράτος επέτρεπε μόνο ένα παιδί ανά οικογένεια, ήταν μια πολιτική σχεδιασμένης παραγωγής υλικού προς προλεταριοποίηση. Η εισαγωγή της έχει ημερομηνία 1979, ακριβώς δηλαδή καθώς η νέα θέση του κινεζικού κράτους στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας εδραιωνόταν.[1] Στη βάση της κινεζικής «πολιτικής οικογενειακού προγραμματισμού», όπως ήταν η επίσημη ονομασία, βρισκόταν μια εκτίμηση των κινέζων «ειδικών» σύμφωνα με την οποία «το ιδανικό μέγεθος πληθυσμού της Κίνας είναι 700.000.000». Είναι διαφωτιστικό ότι ετούτη η μεγάλη κρατική προσπάθεια «επίτευξης του ιδανικού πληθυσμού» προέβλεπε πληθώρα «εξαιρέσεων», όπως για παράδειγμα ότι, αντίθετα με τους «κατοίκους των πόλεων», οι αγροτικές οικογένειες μπορούσαν να έχουν δύο παιδιά, προφανώς σε μια συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας ενός ρεύματος εσωτερικής μετανάστευσης που θα διαρκούσε για πάντα.

Επειδή βέβαια τέτοια μεγαλεπίβολα σχέδια δεν εφαρμόζονται με «αυστηρές συστάσεις» αλά Χαρδαλιάς, η κινεζική «πολιτική του ενός παιδιού» συνοδεύτηκε από ένα σύστημα ρουφιανιάς και καταγραφής, ένα σύστημα εκτρώσεων και υποχρεωτικών στειρώσεων, ένα σύστημα ποινών, ένα σύστημα ανταμοιβών, και φυσικά από ένα σύστημα λαθρεμπορίου αδειών και παράνομης απόκρυψης γεννήσεων.[2] Επίσης συνοδεύτηκε από ένα σύνολο κανόνων που αφορούσαν τη ζωή των εσωτερικών μεταναστών. Για παράδειγμα, μέχρι και σήμερα, τέτοιοι εσωτερικοί μετανάστες, αποκλείονται από τις κοινωνικές παροχές όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η στέγαση στις πόλεις όπου ζουν και εργάζονται. Κατά συνέπεια αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους πίσω στον τόπο προέλευσης όπου αυτά μεγαλώνουν με τους παπούδες, προετοιμαζόμενα με τη σειρά τους για τη δική τους εσωτερική μετανάστευση.[3]

Μπορεί κανείς να εκπλήσσεται όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του πράγματος· αλλά δεν θα ‘πρεπε. Η Κίνα είναι ένα μέρος πλανητικής σημασίας, όχι μόνο γιατί εκεί διεξάγονται οι παραγωγικές διαδικασίες του πλανήτη, αλλά και γιατί εκεί τα αφεντικά προπονούνται επί δεκαετίες, αν όχι επί αιώνες, στην κρατικά σχεδιασμένη πρωταρχική συσσώρευση. Κατά συνέπεια, η Κίνα δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, αλλά και ιδέες και τεχνικές εργατικής πειθάρχησης, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση μεταξύ των χώρων εργασίας και των χώρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι αυτού του είδους οι ιδέες επίσης εξάγονται και εμπλουτίζουν τη «γενική νόηση» των αφεντικών του πλανήτη, μέχρι που τελικά τα μαθαίνει ως και ο σεληνιασμένος Χαρδαλιάς, ώστε μετά να τα λέει για δικά του. Για παράδειγμα, το είδος του Έλληνα που πληροφορείται περί των πλανητικών τεκταινομένων από τα σόσιαλ μήντια, ίσως έφριξε στιγμιαία διαβάζοντας για το «σύστημα μονάδων καλού πολίτη» που ήδη εφαρμόζει πιλοτικά το κινεζικό κράτος. Αυτή η ιδέα, που αναμφίβολα αντλεί εντατικά από τα διδάγματα, τις τεχνολογίες και τους θεσμούς του «οικογενειακού προγραμματισμού», προβλέπει την απονομή και την αφαίρεση «πόντων καλού πολίτη» προς ανταμοιβή και καταδίκη συγκεκριμένων «αντικοινωνικών συμπεριφορών», από την παράνομη διάβαση των δρόμων και τους τζαμπατζήδες των ΜΜΜ, μέχρι την υπερβολική ενασχόληση με τα βίντεο γκέιμς. Επίσης περιλαμβάνει ποινές, από την απαγόρευση αγοράς εισητηρίων για τα ΜΜΜ, μέχρι να έρθει ο μπόγιας και να απαγάγει τη γάτα σου προς άγνωστο προορισμό, μέχρι τα παιδιά σου να μην μπορούν να εγγραφούν σε συγκεκριμένα πανεπιστήμια.[4] Οι δυτικοί φρίττουν με κάτι τέτοιες προσπάθειες ανάμιξης του κράτους στην «καθημερινή ζωή του πολίτη», αλλά προβληματίζονται πολύ λιγότερο για τους «πόντους» που όλο και περισσότερο γεμίζουν την κοινωνική ζωή των δικών τους ελεύθερων κοινωνιών, από τα σούπερ μάρκετ μέχρι τη χρήση του τραπεζικού συστήματος, τους πόντους του διπλώματος οδήγησης και τα «credits» του εκπαιδευτικού συστήματος.

Αυτός ο συνδυασμός βαθύτατου ρατσισμού και επαρχιωτισμού των δυτικών, διασκεδάζει ιδιαίτερα τους Κινέζους ιθύνοντες από καταβολής κινεζικού κράτους. Ο Eric Hobsbawm αναφέρει μια ιστορία από την καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, όπου ο πρόεδρος Μάο υποδέχθηκε τις ανησυχίες του Ιταλού ομοϊδεάτη κομμουνιστή Τολιάτι περί «πυρηνικού πολέμου» και «εξαφάνισης της ανθρωπότητας» με τη φράση: «Ποιος σου είπε ότι η Ιταλία χρειάζεται να επιβιώσει σύντροφε; Ό,τι και να γίνει, σίγουρα θα απομείνουν τριακόσια εκατομμύρια Κινέζοι, αρκετοί για να διαιωνίσουν την ανθρωπότητα». Εκτός που αναδεικνύει το ερώτημα «τι δουλειά είχε ο Τολιάτι στην Κίνα», ερώτημα που ίσως μας απασχολήσει κάποια στιγμή, ο πάντα ετοιμόλογος Μάο επιδεικνύει πόσο καλά ήξερε να χειρίζεται τη βιοπολιτική έννοια της «ανθρωπότητας», έστω κι αν ήταν για να κοροϊδεύει τους λιγότερο εξοικειωμένους με την έννοια, ρατσιστούληδες συντρόφους του εξωτερικού.[5]

2. Ιατρική και επιδημίες στην Κίνα

Ό,τι όμως και αν λέει ο δυτικός ρατσιστικός επαρχιωτισμός, είναι γεγονός ότι, εκτός από την υπόλοιπη πειθαρχική εμπειρία που ήδη αναφέραμε και αναμένει εξερεύνηση, το κινεζικό κράτος διαθέτει μακρόχρονη τεχνογνωσία πολιτικής διαχείρισης των επιδημιών. Πόσο ακριβώς μακρόχρονη είναι αυτή η εμπειρία, οπωσδήποτε προς το παρόν μας διαφεύγει. Ξέρουμε όμως ότι η «αντιεπιδημική μάσκα» που τόσο αρμονικά προστίθεται τελευταία στις υπόλοιπες μεταμφιέσεις του Έλληνα μικροαστού, είναι στην πραγματικότητα κινεζική εφεύρεση. Το έτος της εφεύρεσης ήταν το 1910. Η συγκυρία ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Κίνας, Ιαπωνίας και Ρωσίας για την κυριαρχία στη Ματζουρία και βασικά για τον έλεγχο της πρόσβασης στη θάλασσα που παρείχε η περιοχή. Η ασθένεια με την οποία μάχονταν οι ειδικοί ήταν η «Ματζουριανή πανώλη».

Ο ειδικός που διεκδίκησε την εφεύρεση της μάσκας για δική του λεγόταν Γου Λιάντ [Wu Liande], ήταν Κινέζος και μάλιστα ο πρώτος Κινέζος γιατρός που είχε εκπαιδευθεί στο Κέμπριτζ. Προφανώς η μάσκα που προωθούσε ο Γου Λιαντ πήγαινε παρέα με μια θεωρία μετάδοσης της ασθένειας. Σε αντίθεση δηλαδή με τους αντίπαλους Γιαπωνέζους ειδικούς, ο Γου Λιαντ χρειάστηκε επίσης να επινοήσει και να υποστηρίξει με ενθουσιασμό την ιδέα ότι η «ματζουριανή πανώλη» μεταδιδόταν, όχι μέσω ψύλλων και αρουραίων, όπως ήταν έως τότε αποδεκτό, αλλά κατά βάση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτή η καινοτομία, που τελικά έγινε αποδεκτή, διέθετε εξαρχής βαθύτατες πειθαρχικές συνδηλώσεις. Έπειτα από τις τελευταίες εμπειρίες μας, γνωρίζουμε πλέον καλά πώς λειτουργεί το πράγμα: όλα τα ανθρώπινα όντα ανεξαιρέτως, καθίστανται πιθανοί φορείς θανάσιμου κινδύνου με φαινομενικά αταξικό τρόπο. Συνεπώς η διαχείριση ανθρώπινων όντων με αστυνομικούς όρους ζωής και θανάτου ανάγεται σε νέο καθήκον και βασικά σε νέα εξουσία των «ιατρών». Μάλιστα, ετούτη η νέα εξουσία αφορά τη βαθύτερη ουσία του σώματος και του είναι: την σωματική επαφή, συνεπώς τα συναισθήματα και τις κοινωνικές συναναστροφές. Και αφού όλα αυτά έχουν κανονιστεί έτσι επιστημονικά, οι ταξικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις μπορούν να αρχίσουν να λειτουργούν όπως πάντα, με τη διαφορά ότι τώρα είναι «ζήτημα ζωής και θανάτου», ότι τώρα «το κοινό καλό» μπορεί να επιβάλλεται στα πιο μύχια προσωπικά ζητήματα και ότι τώρα το όλο πράγμα συμβαίνει υπό τη στενή επιτήρηση των «ιατρών», που ξέρουν καλά να εφαρμόζουν ταξική εξουσία δίχως να χρειάζεται να το δηλώσουν ευθαρσώς, τουλάχιστον έως ότου χρειαστεί να φωνάξουν σε βοήθεια τους μπάτσους.

Η αντιεπιδημική μάσκα που εφηύρε ο Γου Λιαντ ήταν η ταιριαστή μεταμφίεση ετούτων των ειδικών με τις νέες εξουσίες ζωής και θανάτου. Καθώς μάλιστα η Κίνα εδραίωνε την κυριαρχία της στη Ματζουρία έπειτα από τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, η μεταμφίεση των γιατρών και των βοηθών τους με αντιεπιδημική μάσκα απέκτησε χαρακτήρα σκληρά ταξικό και ταυτόχρονα εθνικά ωφέλιμο. Συγκεκριμένα, προφανώς από κάποια σύμπτωση, οι φορείς της «ματζουριανής πανώλης» ήταν αυτοί που είναι πάντοτε: «οι κούληδες», δηλαδή τα κατώτερα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Ματζουρίας. Όσο η Ματζουρία βρισκόταν υπό διάφορα αποικιοκρατικά καθεστώτα, η διαχείριση των επιδημιών γινόταν από τους αποικιοκράτες ειδικούς, οπότε ο διαχωρισμός των νοσούντων από τους μη νοσούντες ήταν εμφανής και εννοείτο ως διαφορά φυλής, συνεπώς και τάξης. Με την εδραίωση της κυριαρχίας του κινεζικού κράτους όμως, οι φυλετικές διαφορές μεταξύ των «ειδικών», που είχαν αναλάβει τη «σωτηρία», και των νοσηρών κούληδων που έπρεπε να γίνουν αντικείμενο διαχείρισης, γίνονταν πολύ λιγότερο εμφανείς. Εδώ η αντιεπιδημική μάσκα είχε να προσφέρει πολλά. Φορώντας την, οι Κινέζοι ειδικοί διαχώριζαν εαυτούς από τα κατώτερα στρώματα, έδιναν στην ταξική διαφορά συγκεκριμένη μορφή. Ότι η μάσκα ήταν επιπλέον πάλλευκη ενίσχυε την ταξική διαφορά με φυλετικές συνδηλώσεις. Η απόκρυψη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του προσώπου και η αντικατάσταση με μια συγκεκριμένη, απόκοσμη, ενιαία μορφή, παρήγαγε ένα «θέαμα μασκοφόρας ενότητας» που προφανώς μπορούσε εύκολα να ταυτιστεί με το υγιές κινεζικό εθνικό σώμα που προοριζόταν να κυριαρχήσει στη Ματζουρία.[6]

Το αποτέλεσμα φαίνεται σε αυτή τη φωτογραφία του 1911, όπου η παραγόμενη μασκοφόρα ενότητα παρατάσσεται ως εκστρατευτικό σώμα. Τα μη αποικιοκρατικά χαρακτηριστικά του προσώπου έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στη λευκή μασκοφόρο ενότητα και μας καλούν να αναρωτηθούμε για ποιον διαβολεμένο λόγο οι Έλληνες μικροαστοί δεν σκέφτηκαν να καλύψουν και τα μαλλιά τους, που ενδέχεται να πιάνουν πιο πολύ ιό απ’ ό,τι πυτιρίδα. Η λεζάντα γράφει: «το προσωπικό του τομέα ΙΙΙ: γιατροί και βοηθοί εμπρός, οι κούληδες και τα κάρα πίσω». Ας σημειωθεί με την ευκαιρία ότι στα προσόντα της «αντιεπιδημικής μάσκας» περιλαμβάνεται και το πιο ύπουλο: ενώ από γεννησιμιού της πρόκειται περί ταξικής μεταμφίεσης με σαφείς ψυχολογικούς και πολιτικούς στόχους, την ίδια στιγμή, όλοι οι μισότρελοι φορείς της μαζί, μπορούν να παριστάνουν, ακόμη και από μέσα τους, ότι καθόλου περί τέτοιου πράγματος δεν πρόκειται και να αποκαλούν τρελό όποιον τολμήσει να υποστηρίξει το αντίθετο.

Με τέτοιες λαμπρές αφετηρίες, η πολιτική διαχείριση των επιδημιών θα μπορούσε να θεωρηθεί το κατεξοχήν κινεζικό εθνικό σπορ. Αλλά ετούτη είναι άλλη μια ευκαιρία για έρευνα που δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε. Το βέβαιο είναι ότι, πριν το τελευταίο σχετικό υπερθέαμα κάνει ολόκληρο τον πλανήτη ώπα, το κινεζικό κράτος είχε προπονηθεί στη διαχείριση των επιδημιών τουλάχιστον δύο ακόμη φορές τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι προπονήσεις ήταν τόσο επιτυχημένες που οι αντίστοιχες ασθένειες θεωρούνται κινεζικής προέλευσης, ακόμη και όταν δεν ήταν.[7] Επίσης συμπίπτουν με κομβικές στιγμές του παγκόσμιου διακρατικού ανταγωνισμού. Η πρώτη τέτοια περίπτωση είναι η διαχείριση της επιδημίας SARS μεταξύ 2002 και 2003, ταυτόχρονα με την είσοδο της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Η δεύτερη περίπτωση είναι η διαχείριση της γρίπης Η1Ν1 το 2009, εν τω μέσω του προηγούμενου ξεσπάσματος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Κανείς, απ’ όσο ξέρουμε, δεν έχει σκεφτεί να συνδέσει τη διαχείριση επιδημιών στην Κίνα με τις κατά καιρούς κορυφώσεις του εμπορικού πολέμου, οπότε το πράγμα είναι δύσκολο να γίνει επί τόπου. Οπότε ας κρατήσουμε το σίγουρο: πολλές και καλές ιδέες είχαν ήδη μπει σε εφαρμογή από πολύ πριν τις 16 Ιανουαρίου του 2020. Το 2013, κάποιοι κάτοχοι διδακτορικού ονόματι Xinhai Li και Wenjun Geng και διάφοροι άλλοι ειδικοί φίλοι τους, προσπάθησαν να αποτιμήσουν κατά πόσο η υποχρεωτική καραντίνα που επιβλήθηκε στην Κίνα το 2009 ήταν απαραίτητη. Εφάρμοσαν μαθηματικά μοντέλα για να αποδείξουν ότι «η υποχρεωτική καραντίνα δεν αποτέλεσε μια οικονομικά αποτελεσματική παρέμβαση έναντι της πανδημίας H1N1 του 2009». Εν τω μεταξύ, και εντελώς κατά λάθος, έκαναν και κάτι πολύ πιο χρήσιμο· δηλαδή περιέγραψαν τις ακολουθούμενες μεθόδους:

Όταν υπήρχε η υποψία πως κάποιο άτομο είχε «κοντινή επαφή», το άτομο αμέσως δεχόταν αρκετά τηλεφωνήματα από διάφορους οργανισμούς (π.χ την αεροπορική ή σιδηροδρομική εταιρεία, το τοπικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Λιμώξεων (CDC), το Υπουργείο Υγείας και το οικείο Αστυνομικό Τμήμα, προκειμένου να επαληθευθεί η κατάσταση. Μετά, ένα ασθενοφόρο επανδρωμένο από τρία έως τέσσερα μέλη του CDC, καθώς και από βοηθητικό ιατρικό προσωπικό, έφθανε για να μεταφέρει το άτομο σε ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων. Το ξενοδοχείο κατοικούνταν αποκλειστικά από «κοντινές επαφές», που παρέμεναν στο ξενοδοχείο επί επτά ημέρες. Το κόστος της στέγης και των ιατρικών εξετάσεων πληρωνόταν από την κυβέρνηση.[8]

Ήταν το 2009, εν τω μέσω του ξεσπάσματος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Και το κινεζικό κράτος, με εμπειρία αιώνων, τόσο στην πολιτική διαχείριση επιδημιών, όσο και στη σχέση του με τη «Δύση», με τις εξαγωγές και την παραγωγή εργατικής δύναμης να αποτελούν το βασικό του μέλημα, με τη «διαχείριση πληθυσμών» να αποτελεί τη βασική του ειδίκευση, προπονούνταν εντατικά. Ολοκλήρωνε τους ολυμπιακούς αγώνες και ξεκινούσε νέα, ακόμη μεγαλύτερα, «προγράμματα δημόσιων έργων». Κατανάλωνε τσιμέντο κι ατσάλι σαν να μην υπήρχε αύριο. Κρατούσε το νόμισμά του υποτιμημένο. Αύξανε τις εξαγωγές του. Προπονούνταν κι άλλο: μάθαινε να εντοπίζει τον γαλαξία κοινωνικών και τυχαίων επαφών του «αθενή» και να παιρνει δέκα απειλητικά τηλεφωνήματα τον καθε συμμετέχοντα. Διερευνούσε τη σχέση πειθαρχίας και αυτοπειθαρχίας. Μάθαινε να βάζει τους πιο άσχετους μεταξύ τους «οργανισμούς» να συνεννοούνται και να συντονίζονται. Μάθαινε να επιβάλλει την παράνοια μέσω μεταμφιέσεων και μετά να την εκμεταλλεύεται. Μετρούσε κόστη και οφέλη.

Κι αφού όλα μετρήθηκαν και ξαναμετρήθηκαν, αφού φάγαμε πέντε κεφάλαια για να καταλάβουμε καλά αυτό που θα έπρεπε να ξέρουμε εξαρχής, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν «απρόσμενα γεγονότα», και ότι κάθε «γεγονός» έχει την ιστορία του, μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Ήταν 16 Ιανουαρίου του 2020. Και ένα αεροπλάνο επέστρεφε τον Liu He, ειδικό των εμπορικών διαπραγματεύσεων, από τις ΗΠΑ στην Κίνα. Ο Liu He τα ‘χε πάρει στο κρανίο. Είχαν προηγηθεί αποτυχημένες εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ που είχαν πάει άπατες. Κατά συνέπεια, σημαντικό τμήμα των κινεζικών παραγωγικών δυνατοτήτων παρέμεναν «υπερβάλλουσες».

Στο επόμενο κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε όπως ο Liu He – αυτός ο περίπλοκος, προβληματισμένος, και βασικά Κινέζος ειδικός των εμπορικών διαπραγματεύσεων.

Η πρωτομαγιά ως διαφήμιση της μασκοφόρου ενότητος

Στις 30 Απριλίου του 2020, κατά τις 15:00 (ετούτα πρέπει να είναι τα μοναδικά post στον πλανήτη που δεν προορίζονται για άμεση δημοσίευση), ο συγγραφέας αυτού του κειμένου είχε την ευκαιρία να ακούσει έναν καθόλα σοβαρό Έλληνα επιδημιολόγο να τοποθετείται στον ραδιοσταθμό «Κόκκινο FM» περί της αναγκαιότητας της αντιεπιδημικής μάσκας. Αυτός ο καλός και λογικός άνθρωπος, κατ’ αρχήν συμφώνησε με την ταξική κριτική του αριστερού δημοσιογράφου Χριστόφορου Λουκά, ότι «οι μάσκες είναι ακριβές για ορισμένα εισοδήματα», οπότε «καλό θα ήταν να μάθουμε να τις φτιάχνουμε μόνοι μας με πατρόν από το ίντερνετ».

Λίγο αργότερα όμως, κατέληξε σημειώνοντας ότι «η μάσκα είναι το λιγότερο σημαντικό από τα μέσα προστασίας». Κατά τη γνώμη του, «το βασικό πλεονέκτημα της μάσκας είναι ότι συντηρεί την αίσθηση ότι υπάρχει πρόβλημα, δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε, δηλαδή βοηθάει την ψυχολογία μας».

Το πιάσατε, έ; Εδώ, μια συγκεκριμένη γνώμη για την «καλή ψυχολογία» του συνόλου της κοινωνίας, που συνοψίζεται στο «όσο πιο πολλοί οι τρελαμένοι μπάσταρδοι, τόσο πιο καλά», υποστηρίζεται από μια συγκεκριμένη μεταμφίεση. Οι σοβαροί επιδημιολόγοι έχουν πλήρη συνείδηση του πράγματος και τη δυνατότητα να επιβάλλουν τη γνώμη τους με νόμο.

Εκτός από τους νόμους όμως, και επειδή καθώς φαίνεται το πρότζεκτ της υποχρεωτικής μεταμφίεσης αποδεικνύοταν μάλλον ακανθώδες, οι επιδημιολόγοι μπορούσαν επιπλέον να υπολογίζουν και στην πλέρια υποστήριξη της κοινωνικά υπεύθυνης αριστεράς. Πράγματι, την ίδια στιγμή που τα περί μάσκας και «ψυχολογίας» λέγονταν ακόμη και δημοσίως, ίσως για την περίπτωση που κάποιος είναι τόσο ηλίθιος που δεν τα καταλαβαίνει από μόνος του, οι αριστερές οργανώσεις της χώρας έπρατταν το πατριωτικό τους καθήκον. Δηλαδή χρησιμοποιούσαν τη «γιορτή της πρωτομαγιάς» για να διαφημίσουν εντατικά στους εμφανώς απρόθυμους εργάτες το συγκεκριμένο φιλάνθρωπο πρότζεκτ υποχρεωτικής μεταμφίεσης σε μισότρελλο κρατικό ζόμπι.

Όπως μαθαίνουμε τώρα, τα αρχικά πειράματα έχουν γίνει στην Κίνα.

Ειδικοί διαφόρων ειδικοτήτων διδάσκονται εξ αποστάσεως που φτάνει μέχρι την Κίνα

Η φωτό που χρησιμοποιήσαμε εδώ είναι από προηγούμενες προσπάθειες ανάπτυξης καλής ψυχολογίας στη μακρινή Κίνα. Κατά τη συνήθη μας κατάσταση, ενώ ήμασταν σίγουροι ότι αυτό ακριβώς συνέβαινε, δεν θα μπορούσαμε να το αποδείξουμε αν δεν είχαμε διαβάσει το άρθρο του Christos Lynteris, «Plague Masks: The Visual Emergence of Anti-Epidemic Personal Protection Equipment», Medical Anthropology, 37:6, 2018.  

Βρίσκουμε εξαιρετικά ενδιαφέρον που, δυο χρόνια μετά τη δημοσίευση του άρθρου, και καθώς οι αντιεπιδημικές πρακτικές της Ματζουρίας άρχιζαν να σιμώνουν ανησυχητικά, ο ίδιος Λυντέρης έκανε σύντομη καριέρα «ειδικού» στον διεθνή τύπο, υποστηρίζοντας ακριβώς τα ανάποδα. Συγκεκριμένα, πρώτα ανακάλυψε ότι οι ίδιες μάσκες που δυο χρόνια πριν περιέγραφε ως «θέαμα μασκοφόρας ενότητας», είχαν τώρα μετατραπεί σε συνδυασμό «προστασίας» και «επίδειξης κοινωνικής αλληλεγγύης»· δες Christos Lynteris, «Why do people really wear face masks during an epidemic? To fend off disease, but also to show solidarity», New York Times, 13/2/2020. Τρεις μήνες μετά, ο ίδιος άνθρωπος, χρησιμοποίησε την (αποπειραθείσα;) κήρυξη υποχρεωτικής μασκοφορίας μόνο για τους εργάτες εντός ελληνικής επικράτειας, ώστε να διαμαρτυρηθεί κοσμίως που το κράτος δεν μπορεί να μας προμηθεύσει με αρκετές μάσκες· δες Χρήστος Λυντέρης, «Ήμασταν Ανέτοιμοι αν και το Περιμέναμε», Καθημερινή, 3/5/2020. https://www.kathimerini.gr/1076488/gallery/epikairothta/kosmos/oi-epidhmies-grafoyn-thn-istoria.

Να το ξαναπούμε: ο άνθρωπος άρχισε να λέει ακριβώς τα ανάποδα μέσα σε δύο χρόνια, ακριβώς τη στιγμή που η ειδίκευσή του βρέθηκε στην αιχμή των αιχμών της επικαιρότητας. Προφανώς, είτε εν τω μεταξύ τρελάθηκε, είτε είχε εμπεδώσει τα εξ αποστάσεως μαθήματα του Γου Λιαντ, τόσο καλά που, όταν χρειάστηκε, άρχισε να τα χρησιμοποιεί και ο ίδιος. Και μιας και ο κύριος Λυντέρης είναι «κοινωνικός ανθρωπολόγος», μπορείτε να φανταστείτε τι συνέβη με τους ειδικούς σοβαρότερων ειδικοτήτων, όπως, καλή ώρα, η επιδημιολογία.


[1] Για δέκα χρόνια πριν το 1979, το κινεζικό κράτος είχε επιβάλει μια πολιτική των «δύο παιδιών».

[2] Όλα αυτά, εκτός από το τελευταίο, που μας φαίνεται εντελώς προφανές, στο «One Child Policy», Wikipedia.org, https://en.wikipedia.org/wiki/One-child_policy

[3] «Trade War or Redistribution of wealth?», chuangcn.org, 20/12/2019. Η μεταχείριση των εσωτερικών μεταναστών στην ελληνική μετάφραση, «Εμπορικός Πόλεμος ή Αναδιανομή του Πλούτου», https://yfanet.espivblogs.net/files/2020/04/trade-warletter-final.pdf., σελ. 9.

[4] Δείτε Nicole Kobie, «The complicated truth about china’s social credit system», wired.co.uk, 7/6/2019. Εδώ https://www.wired.co.uk/article/china-social-credit-system-explained. Φυσικά, οποιοδήποτε σχετικό αποτέλεσμα στη μπάρα της γνώσης μπορεί να κάνει την ίδια δουλειά.

[5] Η ιστορια αναφέρεται στο Eric Hobsbawm, The Age of Extremes: The Short Twentieth Century 1914-1991, Abacus, 1995, (1st ed., 1994),p. 229. Το μαοϊκό αστειάκι ήταν τόσο επιτυχημένο, που οι μαρξιστές της εποχής, μαζί και ο Hobsbawm τριάντα χρόνια αργότερα, ερμήνευσαν την ατάκα του Μάο, όχι σαν λεκτικό παίγνιο με την έννοια της «ανθρωπότητας» και τον δυτικό ρατσισμό, αλλά σαν αδιαφορία για την πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Η ίδια ιστορία μάς δείχνει και την προέλευση της «σοβαρής κριτικής» που δέχτηκαν οι αφίσες που κολλήσαμε με την άφιξη του τρομερού ιού: «Μα είναι δυνατόν το κινεζικό κράτος να έχει τέτοιες γνώσεις πολιτικής διαχείρισης των επιδημιών;» «Μα είναι δυνατόν να θέλουν να καταστρέψουν την ίδια τους την οικονομία;». Βαθύτατος ρατσισμός, ιλαρός επαρχιωτισμός, πτυχίο οικονομικών από το ΟΠΑ και ένα είδος «κινήματος» όπου το πτυχίο από το ΟΠΑ μπορεί να επιδεικνύεται ως κάποιου είδους «γνώση» – για τους άτυχους φορείς του, ο συνδυασμός αποδεικνύεται πιο θανατερός κι από κινέζικο ιό.

[6] Σχετικά μπορεί αν δει κανείς το Christos Lynteris, «Plague Masks: The Visual Emergence of Anti-Epidemic Personal Protection Equipment», Medical Anthropology, 37:6, 2018.

[7] Η γρίπη H1N1 του 2009 είχε προέλευση το Μεξικό.

[8] Xinhai Li, Wenjun Geng […], and Dejian Lai, «Was Mandatory Quarantine Necessary in China for Controlling the 2009 H1N1 Pandemic?», International Journal of Environmental Research and Public Health, Vol 10, No. 10, September 2013, p. 15-16.

Exit mobile version