-Δηλαδή, αυτό με το φλογοβόλο χρειαζόταν;
-Γιατί ωραίο δεν ήταν;
-Εεεε… είχαμε πει να είμαστε διακριτικοί…
-Τι να σου πω, εξωτερίκευσα τα βαθύτερα μου αισθήματα.
– […] Τεσπά. Άλλο ήταν το θέμα μου.
-Ε, άντε πες.
-Κοίτα, έχω αρχίσει κι έχω αμφιβολίες. Δηλαδή, λέμε να βγαίνουμε να κάνουμε μπομπάκια κι έχει κολλήσει η βελόνα στο να γράφουμε παντού την υπογραφή μας – antifa south και δώστου antifa south. Ξέρω ’γω, δεν παίζει να γράφουμε και τίποτ’ άλλο; Φοβάμαι μήπως αποκτήσουμε κάποιο είδος εμμονής ή αυταρέσκειας ή, άντε να το πω χύμα, φοβάμαι μήπως βαριόμαστε να σκεφτούμε κάτι της προκοπής και βολευόμαστε με την ταγκιά μας.
-Ε, καλά τώρα, είσαι λίγο υπερβολικός. Δηλαδή, όταν βγαίνεις για τέτοιες δουλειές πρέπει να προσαρμόζεσαι σε ένα συνδυασμό απαιτήσεων – σβελτάδα, πλήρης εκμετάλλευση του διαθέσιμου χώρου και κάτι που να το πιάνει το μάτι του περαστικού μέσα σε δυο δευτερόλεπτα. Τα μανιφέστα θέλουν χαρτί, στα τσιμέντα πρέπει να συμπυκνώνεις. Κι απ’ την άλλη, μην υποτιμάς τη σημασία της υπογραφής μας. Θέλω να πω, το antifa south είναι μια υπογραφή που ’χει την ιστορία της. Δηλαδή άλλος έχει δει μια αφίσα μας, άλλη μας έχει πετύχει σ’ ένα μοίρασμα, άλλη έχει δει ένα σύνθημά μας, άλλη έχει ένα γνωστό που μας βρίζει και πάει λέγοντας. Οπότε, όταν κάποιος πέφτει πάνω σ’ ένα κομμάτι μας, πολλές φορές έχει ήδη μια γνώμη για μας κι είναι αυτή η γνώμη που ενισχύεται κι άλλο εκείνη τη στιγμή. Κατάλαβες;
-Πωπω, όταν πρέπει να θεωρητικοποιήσεις το βραδινό σπρέι είσαι μανούλα ρε παιδί μου… Στο δίνω…
-Καλά κορόιδευε… Ξεχνάς τη μπροσούρα που μας είχες δώσει; Αυτή με τα «Σπασμένα Τζάμια»; Θυμάσαι τι έλεγε εκεί ή μας τα πετάς αλά καρτ; Κάτσε κάτσε… εδώ σ’ έχω… Κοίτα πως το λέει: «Ένας αξιωματικός της αστυνομίας στο Λος Άντζελες έθεσε το ζήτημα μ’ αυτά τα λόγια: ‘‘Όταν οι κάτοικοι μιας γειτονιάς βλέπουν ότι μια συμμορία έχει γράψει τ’ αρχικά της σε όλα τα σήματα της τροχαίας, εύλογα συμπεραίνουν ότι κουμάντο στους δρόμους κάνει η συμμορία, κι όχι οι ίδιοι ή η αστυνομία’’».[1] Δηλαδή ρε φίλε, οι μπάτσοι κι οι μικροαστοί βλέπουν τα κομμάτια μας και φρικάρουν! Φρι-κά-ρουν! Διαπιστωμένο από το 1989 στο Αμέρικα!
-Ντάξει τώρα κουμάντο…
-Ναι μωρέ, βαριές λέξεις. Σιγά μην κάνουμε κουμάντο. Το θέμα όμως είναι ότι αυτή η πρακτική κάτι σημαίνει. Κατά τη γνώμη μου δείχνει ότι ο κρατικός έλεγχος στις γειτονιές, δηλαδή στα μυαλά και στις καρδιές, δεν είναι καθόλου δεδομένος. Κι ότι υπάρχουν δυνάμεις που μπορούν να αμφισβητήσουν το κρατικό μονοπώλιο του πως θα πρέπει να είναι οργανωμένη μια κοινωνία.
-Καλά χαλάρωσε μερικά μπομπάκια κάναμε, δε ρίξαμε και το κράτος…
-Άσε ρε. Κι εντωμεταξύ, τώρα που τα λέμε, δε γράψαμε μόνο τις υπογραφές μας. Δεν το είδες το μεγάλο;
-Α, ναι. Για καλό το λες; Πάλι στίχους διακεκριμένων καλλιτεχνών κλέψαμε. Έμπνευση μηδέν.
-Τι να σου πω; Εμένα ο συγκεκριμένος στίχος μου κάνει. Στακάτος και εκφραστικός.
-Ναι… δηλαδή σου φαίνεται κομπλέ να γράφουμε πως «γίναμε η χειρότερη γενιά»; Με τι πρότυπα θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας;
-Πω ρε φίλε, ώρες ώρες σου βγαίνει φουλ συντηρητισμός με τους ραπάδες, έτσι; Εδώ το νόημα είναι ότι το «χειρότερη» σημαίνει η «καλύτερη». Δηλαδή είμαστε η «χειρότερη γενιά» με τους όρους του κράτους και των κομμένων κεφαλών που βγαίνουν κάθε μέρα στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα. Τι δεν καταλαβαίνεις; Βλέπεις κανάν «χειρότερο» αναμεταξύ μας; Ο αφρός των από κάτω είμαστε, αυτό εννοεί ο ποιητής. Αλλά μάλλον του τα ’χεις μαζεμένα γι’ αυτό και δεν αντιλαμβάνεσαι το προφανές…
-Ούτε καν… Τι πρόβλημα να χω με τους ραπάδες; Τη δουλειά τους κάνουν, και μάλιστα ορισμένοι την κάνουν και πολύ καλά. Όμως δεν πρέπει να το ξεχνάμε: είναι η δική μας ζωή, η δική μας καθημερινότητα, οι δικές μας αγάπες και τα δικά μας μίση που εμπνέουν τους «καλλιτέχνες». Εμείς είμαστε που κάνουμε τον κόσμο να γυρνάει. Τους στίχους που γουστάρουμε, τους γουστάρουμε γιατί εκεί διακρίνουμε στιγμές της δικής μας ζωής. Και πάμε να κάνουμε ένα κομμάτι και λέμε να γράψουμε τον στίχο του τάδε. Μα δεν είναι δικός του, ή για να το πω καλύτερα, είναι δικός του, όσο είναι και δικός μας…
-Φφφφ. Ένα – ένα το σκορ. Πάντως ρίξαμε κι αυτό το «Ούτε μια ώρα στο στρατό». Και μ’ αυτό παίζει πρόβλημα;
-Όχι μωρέ τι πρόβλημα να παίζει. Αφού είχαμε πει να ρίξουμε κι ένα για την άρνηση στράτευσης, μέρες που είναι.
-Κάτσε, εμείς γιωτάδες δεν είμαστε;
-Ναι γιωτάδες είμαστε. Δηλαδή αρνητές στράτευσης, γιώτα πέντε, τρελοί ρε παιδί μου. Μας είδε ο γιατρός και απεφάνθη: «τρελοί». Έβαλε και σφραγίδα. Τι θες τώρα; Να αμφισβητήσουμε τους γιατρούς; Τους ειδικούς; Αφού διαγνωστήκαμε: «τρελοί». Τελεία και παύλα.
-Καλά ρε συ, τι θυμώνεις;
-Δε θυμώνω, απλώς ξανασκέφτομαι τα παλιά. Να ρε παιδί μου… Κοίτα να δεις αυτό το γιώτα πέντε, τι μυστήρια φάση είναι: δεκάδες χιλιάδες στρατεύσιμοι, αντί να φορέσουν στολή, σηκώνουν το μεσαίο δάχτυλο. Αλλά πώς γίνεται αυτό; Αφού η φυλή μας, η φυλή των γιωτάδων, δεν αναφέρεται στα μήντια, δεν κατονομάζεται στο σχολείο, δε συζητιέται στο οικογενειακό περιβάλλον, πως διάολο είναι τόσο πολυπληθής; Μου φαίνεται δηλαδή ότι το γιώτα πέντε είναι η κατεξοχήν υπόγεια, στόμα-με-στόμα πρακτική αμφισβήτησης του στρατού. Το λέει και το διδάσκει ο ένας στον άλλο, φίλος σε φίλο, παρέα σε παρέα. Είναι «τρελό», no pun εδώ, είμαστε δεκάδες χιλιάδες, είμαστε ένας στρατός, που δεν πάει στρατό…
-Άντε, αφού το ανοίγεις το θέμα… Σε έναν κόσμο που το μόνο βέβαιο είναι η αβεβαιότητά του, χρειάζεται να πατάμε στις δικές μας σιγουριές. Δεν έχουμε πολλές τέτοιες, σύμφωνοι, αλλά είναι σημαντικό να μην παρασυρόμαστε. «Ούτε μια ώρα στο στρατό», αυτό είναι μια δική μας σιγουριά, χτισμένη από ατσάλι. «Ούτε μια ώρα στο στρατό», καλό δεν είναι; Γιατί κοίτα να δεις τις παγίδες του να μην πατάς σε δικό σου έδαφος: στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας από το 2022 και μετά έχουν σφαγιαστεί περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες και από τις δύο μεριές. Ένα εκατομμύριο! Κι όμως, αντί αυτοί οι δολοφονημένοι να γίνονται το κέντρο της οπτικής μας, έχουμε γεμίσει με «αναλυτές» (συνήθως «αναλυτές» – άτομα, έχει κι αυτό τη σημασία του) που εξηγούν ότι «έχασε ο Πούτιν» ή ότι «έχασε η Δύση». Δηλαδή ακόμη και στο εσωτερικό του κινήματος η ορολογία του κράτους μεταφέρεται αυτούσια. Όχι! Ούτε ο «Πούτιν» έχασε, ούτε η «Δύση» έχασε. Αυτό το ένα εκατομμύριο δολοφονημένοι είναι που έχασε, συν τους ακρωτηριασμένους, συν τους ψυχοσυναισθηματικά διαλυμένους, συν, συν, συν. Αυτοί οι δολοφονημένοι κι αυτοί οι ακρωτηριασμένοι, το πώς κατέληξαν εκεί που κατέληξαν μας πονάει. Κι είναι από κει που μας βγαίνει το «ούτε μια ώρα στο στρατό». Αυτό μας αντιστοιχεί να κάνουμε και να λέμε εδώ που μας έλαχε να ζούμε.
-Καλό. Μου επιτρέπεις να προσθέσω και κάτι ακόμη; Πλάκα στην πλάκα, για να μιλάνε τα τσιμέντα τη δική μας γλώσσα, εργαστήκαμε πολλοί άνθρωποι, ο καθένας σ’ όποιο πόστο χρειάστηκε. Άλλη μέτρησε τους τοίχους, άλλη οργάνωσε το τιμ βαψίματος, άλλος έφτιαξε το σχέδιο περιφρούρησης, άλλος φύλαγε τσίλιες, άλλη τράβηξε το βίντεο κλπ κλπ. Ψιλά γράμματα θα πει κανείς. Ψιλά ξεψιλά, αυτά τα γράμματα είναι που μας σώζουν απ’ το να καταλήξουμε… ξέρεις σαν ποιους!
-Καλά εγώ για σπρέι είπα να πάμε, πως βρεθήκαμε να κάνουμε τέτοια συζήτηση δεν το πιάνω.
-Είδες; Αν δεν ανεβάζαμε και βίντεο θα νόμιζα ότι λέμε ψέματα. Χωρίς βίντεο δεν υπάρχεις… Τι, όχι;












