Η ζωή κυλάει, οι μπόμπες πέφτουν σταθερά και αμείωτα, και εμείς κοιτάμε ανήμποροι. Αλλά όχι. Αυτό το τελευταίο δεν μας αρέσει. Πάμε ξανά. Η ζωή κυλάει, οι μπόμπες πέφτουν και εμείς προσπαθούμε να πούμε την ιστορία της εργατικής τάξης εν έτει 2026 απ’ τη σκοπιά μας, με τρόπο που να είναι χρήσιμος. Να μπορούμε δηλαδή να την κάνουμε «κάτι» εν μέσω ρουκετών, ειδήσεων και ιντερνετικού καψίματος. Κοιτάμε το παρελθόν μας, το πιο υποτιμημένο κομμάτι της τάξης μας, τις αρνήσεις του και τις έχουμε οδηγό για το σήμερα.

Και τώρα τι κάνουμε λες;
Κάνεις τις λάθος ερωτήσεις, το αύριο εξαρτάται από το χθες που θα χτίσεις.
Αυτή τη φορά η ιστορία έχει επίκεντρο τους Αλβανούς που ήρθαν στην Ελλάδα τα 90’s. Η σκοπιά μας, αυτή που μας συμφέρει, είναι αυτή που δίνει στους μετανάστες εργάτες την πρωτοβουλία των κινήσεων. Θα ξεκινήσουμε ανάποδα, θα κάνουμε «σπόιλ» τους σκοπούς μας και μετά θα σας πούμε τι συζητήσαμε. Με την αφήγηση αυτή λοιπόν στοχεύουμε: 1) Να αναδείξουμε τον «ενεργητικό» ρόλο της τάξη μας, να πούμε δηλαδή ότι μέσα από τις αρνήσεις μας αναγκάζουμε το κράτος να αλλάζει τις πολιτικές εναντίον μας και 2) να κατανοήσουμε τις κρατικές πολιτικές του σήμερα ως αυτό που είναι, δηλαδή ακραία φασιστικές.
Θυμηθήκαμε ότι στα 90’s τα αφεντικά και οι ρουφιάνοι τους, υποδέχτηκαν τους Aλβανούς εργάτες ως δουλέμποροι. Ένα σύμπλεγμα νόμων και μπάτσων τους απειλούσε (και εξακολουθεί να τους απειλεί) συνεχώς με απέλαση και τα κανάλια τούς έβριζαν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.


Άρθρα σαν και αυτό θεωρούνταν «φυσιολογικά». Η επίθεση αυτή δεν έγινε απλώς επειδή τα αφεντικά είναι σκατόψυχοι (που είναι) αλλά γιατί οι μετανάστες-εργάτες έπρεπε να δουλεύουν όσο πιο φτηνά γίνεται.
Είπαμε ότι αυτό δεν κράτησε για πολύ. Οι μετανάστες-εργάτες έφτιαξαν τις δικές τους κοινότητες. Τσαμπουκαλεύτηκαν με ρατσιστές καθηγητές στα σχολεία και με τα αφεντικά τους στις δουλειές. Mπλέχτηκαν στα γήπεδα και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Ήπιαν τα τσιγάρα τους στα πάρκα. Διεκδίκησαν σεβασμό στη γειτονιά και τελικά ανατιμήθηκαν. Δηλαδή ζήτησαν για λογαριασμό τους παραπάνω λεφτά στις δουλειές. Όχι επειδή μπήκαν στο σωματείο ή στο σύριζα. Αλλά γιατί διεκδίκησαν χώρο στο κοινωνικό πεδίο.
Με τα χρόνια και όσο η “κρίση” βάθαινε αντίστοιχη διαχείριση υπέστη και η ντόπια εργατική τάξη. Με αυτά οδηγό, ξανά χωρίς κάποιο σχέδιο, αλλά διαισθητικά, η πολυεθνική πλέον εργατική τάξη δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια να φάει φάπα, αλλά έδωσε και πίσω. Φωτεινότερα παραδείγματα: οι κλωτσιές που μοίρασε στους φασίστες στις γειτονιές (2012-2014) και η απειθαρχία που επέδειξε στα μέτρα χούντας (2020-2022). Παρέες απ’ τα πάρκα και τα γήπεδα βάλαν μπροστά το συλλογικό τους εαυτό και διεκδίκησαν την αξιοπρέπεια τους σε καιρούς στυγνού φασισμού.
Τελικά καταλήξαμε ότι τις προηγούμενες δεκαετίες έλαβε χώρα μια υπόκωφη εξέγερση. Απ’ την πλευρά του κράτους όμως αυτή η εξέγερση έγινε με κρότο και μάλιστα δυνατό. Και το ανάγκασε να αλλάξει πολιτική. Να αλλάξει δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο κρατάει «φτηνή» και διασπασμένη την εργατική του τάξη.
Το τραμπούκισμα των μπάτσων και το βρίσιμο των δημοσιογράφων μετέτρεψε τους “κλέφτες Αλβανούς”, σε “συμμορίες ανηλίκων”, “ανεύθυνες μητέρες”, “εγκληματικά στοιχεία στα γήπεδα”, “ανεύθυνους οδηγούς”, “αντικοινωνικούς” την περίοδο της καραντίνας.


Η κρατική διαχείρισή της τάξης μας δεν είναι σκέτα αστυνομική αλλά περιλαμβάνει και ένα σύνολο ειδικών που «νοιάζονται για το καλό μας». Γιατροί για να μην πεθάνουμε από κάνα ιό, μετεωρολόγοι για να μην πνιγούμε από καμιά ψιχάλα, ψυχολόγοι μην και δεν μπορεί το παιδί να προφέρει το «ρ». Και η λίστα με κρατικούς λειτουργούς που «νοιάζονται για το καλό μας» δεν έχει τελειωμό.
Το συμπέρασμα: τότε και σήμερα, οι ίδιοι μηχανισμοί στοχεύουν τους ίδιους ανθρώπους αλλάζοντας το περιτύλιγμα. Η ξερά ρατσιστική πολιτική του ελληνικούς κράτους βασισμένη στον φυλετικό διαχωρισμό δούλεψε όσο δούλεψε, αλλά η πολυεθνική εργατική τάξη ανάγκασε το κράτος να αλλάξει. Αυτή την αλλαγή βλέπουμε και βιώνουμε καθημερινά και είναι σημαντικό να την καταλάβουμε ως αυτό που είναι: τα νέα πρόσωπα του ελληνικού ρατσισμού.
Αν δεν μας ξέρεις ήδη απ’ τη γειτονιά αλλά ψήνεσαι να βρεθείς σε τέτοιες συζητήσεις, μη ντραπείς, να στείλεις ένα mail.
[email protected]
















